αὐτοπτικός

αὐτοπτ-ικός, ή, όν,
A of an eye-witness,

πίστις Scymn.129

; opp. λογικός, Gal.16.600. Adv.

-κῶς Id.13.350

.
II concerned with a direct vision of divinity, λεκανομαντ<ε>ία PMag.Par.1.221 ([etym.] αὐθ-) ; αὐ. λεκάνης ἐνέργεια a personal and active power of dish-divination, Harp.Astr. in Cat.Cod.Astr.8 (3).136.10;

λόγος PMag.Lond.46.53

, cf. 121.335;

δεῖξις Iamb.Myst. 2.6

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • αὐτοπτικός — of an eye witness masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αυτοπτικός — ή, ό (Α αὐτοπτικός, ή όν) αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στον αυτόπτη ή στην αυτοψία …   Dictionary of Greek

  • αὐτοπτικά — αὐτοπτικός of an eye witness neut nom/voc/acc pl αὐτοπτικά̱ , αὐτοπτικός of an eye witness fem nom/voc/acc dual αὐτοπτικά̱ , αὐτοπτικός of an eye witness fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτοπτικόν — αὐτοπτικός of an eye witness masc acc sg αὐτοπτικός of an eye witness neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτοπτικαί — αὐτοπτικός of an eye witness fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτοπτικῆς — αὐτοπτικός of an eye witness fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτοπτικῇ — αὐτοπτικός of an eye witness fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτοπτική — αὐτοπτικός of an eye witness fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτοπτικήν — αὐτοπτικός of an eye witness fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτοπτικῶς — αὐτοπτικός of an eye witness adverbial …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ԻՆՔՆԱՏԵՍԱԿԱՆ — ( ) NBH 1 0861 Chronological Sequence: 8c ա. αὑτοπτικός Որ ինչ բերի առ յայտնի տեսողութիւն, կամ ըմբռնողութիւն անձամբ. *Զինքնատեսականն եւ երեւոյթ իմացականացն ասացելոց (սուրբ գրոց) վարդապետութիւն. Դիոն. ածայ …   հայերեն բառարան (Armenian dictionary)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.